Google+ Followers

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011


GΤι πρέπει να κάνουμε; Απαντά ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Κ. Βεργόπουλος

Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο έρευνας της Κρυσταλίας Πατούλη - ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημίου του Παρισιού Κώστα Βεργόπουλου.Δεν πιστεύω ότι στην Ελλάδα συμβαίνει κάτι το πολύ ιδιαίτερομε το δημόσιο χρέος, δεδομένου ότι το ίδιο πρόβλημα που έχει η Ελλάδα το έχουν οι περισσότερες χώρες στην ευρωζώνη. Για να μην πω ότι το έχει και η ευρωζώνη ολόκληρη ή σχεδόν ολόκληρη. Γιατί ακόμη και στη Γερμανία υπάρχει. Η υπερχρέωση αποτελεί γενικότερο φαινόμενο. Μ’ αυτό τον τρόπο θέλω να αποκλείσω δύο σημεία στα οποία έχει ατυχώς επικεντρωθεί η κοινή γνώμη στη χωρά μας. Αλλά και λόγο χειραγώγησης, η οποία γίνεται για αντιπερισπασμό εκ των άνω, ώστε να μη βλέπουμε το πραγματικό πρόβλημα.
Πρώτα από όλα προβάλλεται ότι στη χώρα μας έχουμε διεφθαρμένο και σπάταλο κράτος. Διεφθαρμένο κράτος αλλά και διεφθαρμένη κοινωνία. Αυτά και τα δύο εκπέμπονται εκ των άνω. Απ’ την κυβέρνηση. Αλλά γίνονται επίσης αποδεκτά και από μέγα μέρος της κοινωνίας. Το θεωρούν ως δεδομένο ότι έτσι είναι. Και οι άνθρωποι αυτοενοχοποιούνται. Συμφωνούν ότι πράγματι είμαστε διεφθαρμένοι, ότι το ελληνικό κράτος είναι το πιο διεφθαρμένο στον κόσμο και πολύ εκτεταμένο, ότι έχουμε καταντήσει μια χώρα δημοσίων υπαλλήλων. Το πρότυπο του διεφθαρμένου είναι ο δημόσιος υπάλληλος ο οποίος αξιώνει φακελάκια για να κάνει τη δουλειά του. Όλα αυτά είναι εκτός θέματος. Όχι διότι δεν συμβαίνουν, αλλά διότι συμβαίνουν παντού, σε όλες τις χώρες του κόσμου.
 Στη χώρα μας, εμφανίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα που σε τέτοια έκταση δεν έχει ξαναυπάρξει: ο κοινωνικός αποκλεισμός! Η κοινωνία μας αλλά και οι άλλες κοινωνίες απειλούνται θανάσιμα από την νόσο του κοινωνικού αποκλεισμού. Εκατομμύρια άνθρωποι περιθωριοποιούνται, αποξενώνονται από την ζωή. Πρώτον οι άνεργοι, δεύτερον οι εργαζόμενοι σε συνθήκες επισφαλούς εργασίας, των όποιων ο αριθμός επεκτείνεται ταχύτατα. Το 60% των επισφαλώς εργαζομένων είναι γυναίκες και το 40% νεανικές ηλικίες. Αυτού του είδους η εργασία, ενώ απαγορεύεται, αυτή τη στιγμή επιδοτείται από το κράτος. Με το σκεπτικό ότι έτσι καταπολεμάται η ανεργία. Τόσο υποτιμημένη εργασία αποτελεί χρυσάφι για τους εργοδότες. Οι εργαζόμενοι στη χώρα μας σε παρόμοιες επισφαλείς συνθήκες είναι σήμερα το 25% των εργαζομένων και ο αριθμός τους επεκτείνεται αλματωδώς. Με αυτό τον τρόπο, ο καπιταλισμός παρακάμπτει το ελάχιστο όριο αμοιβής, τον ελάχιστο μισθό. Η υποβάθμιση και απαξίωση της εργασίας αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας και αυτό συνιστά το πραγματικό επίμαχο ζήτημα για τις πολιτικές λιτότητας που σήμερα γενικεύονται τόσο στην χώρα μας όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και στην ίδια την Γερμανία.