Google+ Followers

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Ταξική πόλωση και ταξική πάλη

Του Χρήστου Σίμου

Για μια πληρέστερη ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος της 17ης Ιουνίου θα ήταν χρήσιμη η συγκριτική ανάλυση με εκλογικές αναμετρήσεις αλλά και με το πώς εξελίχθηκαν εν γένει τα πράγματα σε χώρες που βρέθηκαν στο παρελθόν υπό την επιτήρηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δεν ισχυρίζομαι ότι η κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας είναι ίδια με αυτή της Αργεντινής ή της Γουατεμάλας ή της Τουρκίας, ωστόσο όμως είναι γνωστό ότι οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής που εφαρμόζει το ΔΝΤ είναι οι ίδιες, ανεξαρτήτως χώρας, όπως επίσης και οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η συγκριτική ανάλυση αυτή είναι χρήσιμη για να κατανοηθεί τόσο ο ρόλος που μπορεί να παίξει η αριστερά, τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο, μέσα από την τακτική και την στρατηγική που ακολουθήθηκε, και να εντοπιστούν τα προβλήματα που ανακύπτουν για τις κυριαρχούμενες τάξεις από την απουσία ενός αριστερού πολιτικού φορέα σε μια χώρα που μπαίνει σε καθεστώς οικονομικής κρίσης και στην επιτήρηση του ΔΝΤ. Η μελέτη αυτή βέβαια υπερβαίνει κατά πολύ το παρόν άρθρο.


Επίσης, το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου το οποίο έδωσε στη Χρυσή Αυγή μια αξιοσημείωτη κοινοβουλευτική δύναμη, θα πρέπει να συσχετιστεί με την πανευρωπαϊκή άνοδο της άκρας δεξιάς τα τελευταία χρόνια και ιδίως στην περίοδο την οικονομικής κρίσης. Αυτοί που ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή στις 17 Ιουνίου, ήξεραν πολύ καλά τι ψήφισαν. Ναζιστές δεν είναι μόνο όσοι έχουν διαβάσει το Αγών μου του Χίτλερ (αντίστοιχα, φιλελεύθεροι δεν είναι μόνο όσοι ξέρουν τον Χάγιεκ ή τον Φρίντμαν και κομμουνιστές όσοι ξέρουν τη βιβλιογραφία του Μαρξ και των μαρξιστών). Πώς θα μπορούσε άραγε να χαρακτηριστεί κάποιος που πιστεύει πως για την κρίση φταίνε οι «ξένοι», ότι η Χρυσή Αυγή είναι αντισυστημικό κόμμα που θα δείρει τους «προδότες» και θα «καθαρίσει την Ελλάδα» ή που γοητεύτηκε από την επίθεση του Κασιδιάρη στη Δούρου και την Κανέλλη; Αυτό βεβαίως δε σημαίνει πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ψήφισαν τον εν λόγω σχηματισμό, θα πρέπει να θεωρηθούν ως «καμένα χαρτιά» για την αριστερά.

Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα

Δεν θα πρέπει να περάσει απαρατήρητη η παρακάτω φράση από το κείμενο των Ευρωπαίων διανοουμένων υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ που δημοσιεύτηκε προεκλογικά:

«Οι Έλληνες κατ’ επανάληψη έκαναν γνωστή την αντίθεσή τους σ’ αυτή την πολιτική που καταστρέφει τη χώρα με πρόσχημα τη σωτηρία της! Αναρίθμητες μαζικές διαδηλώσεις, 17 ημέρες γενικών απεργιών σε δύο χρόνια, καθώς και οι δράσεις πολιτικής ανυπακοής ή το κίνημα των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, ήταν αδιαμφισβήτητα σημάδια άρνησης και αντίθεσης στη μοίρα που τους επιφυλάσσουν, χωρίς να τους ρωτήσουν.»

Θα ήθελα να σταθώ και στις δύο παραμέτρους που τίθενται στο παραπάνω παράθεμα, οι οποίες, όπως όλα δείχνουν, συνιστούν τις βασικές αιτίες που οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στη δεύτερη στις εκλογές της 17ης Ιουνίου, όχι μόνο για την αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος αλλά και για την προοπτική της ριζοσπαστικής αριστεράς στη νέα περίοδο κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Το κίνημα των Αγανακτισμένων στις πλατείες όλων των μεγάλων πόλεων της Ελλάδας κατάφερε δύο βασικά χτυπήματα στο αστικό μπλοκ: 1. Απονομιμοποίησε σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σύστημα και κυρίως τους δύο βασικούς παίχτες που κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας από το 1974 και μετά. 2. Περιόρισε την ισχύ και την εμβέλεια των κυρίαρχων ΜΜΕ της χώρας, όχι μόνο επειδή μια σημαντική μερίδα των πολιτών συνειδητοποίησαν για τα καλά ότι τα ΜΜΕ παίζουν έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή, αλλά επειδή οι ίδιοι οι πολίτες έγιναν δημιουργοί γεγονότων, διακόπτοντας την παθητική τους σχέση με τη συγκυρία.

Από ‘κει και πέρα όμως, θα πρέπει να εντοπιστούν και τα όρια του συγκεκριμένου κινήματος: είναι ξεκάθαρη αντίφαση οι αποφάσεις από την λεγόμενη «κάτω πλατεία» που μιλούσαν για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής κι ένα σωρό ακόμα ριζοσπαστικά μέτρα για το εργατικό κίνημα να λαμβάνονται έξω από αυτό, δηλαδή έξω από τους εργασιακούς χώρους και τα συνδικάτα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να ριζοσπαστικοποιήσει περαιτέρω την κοινωνία, προετοιμάζοντας την για αλλαγές μεγάλης κλίμακας, είναι υποχρεωμένος να κινηθεί με σκοπό να αλλάξει τους συσχετισμούς στο συνδικαλιστικό κίνημα, ξεφεύγοντας από τον εργατισμό που κυριάρχησε ιδεολογικά στην αριστερά –αν κι γι’ αυτό το σημείο θα πρέπει να επισκοπηθεί η συζήτηση περί των πρωτευουσών και δευτερευουσών αντιφάσεων και πώς επηρέασε τις πρακτικές του κινήματος, ιδίως κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Ένα ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα δεν θα πρέπει να ασχολείται μόνο με τα εργασιακά δικαιώματα. Για ποιο λόγο οι εργαζόμενοι σε μια βιομηχανία που ρυπαίνει το περιβάλλον να μην ασχολούνται μ’ αυτό το ζήτημα; Για ποιο λόγο να μένουν εκτός των εργασιακών χώρων τα ζητήματα του αντισεξισμού και του αντιρατσισμού; Δεν υπάρχουν τέτοιου τύπου διακρίσεις στους εργασιακούς χώρους; Κι αν είναι να συζητήσουμε μορφές εργατικού ελέγχου στην παραγωγική διαδικασία, πού θα διεξαχθεί η συζήτηση αυτή;

Η ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει ότι υπάρχει μια πολύ σημαντική σύγκλιση μεταξύ της ταξικής θέσης και της ταξικής τοποθέτησης, γεγονός που δικαιώνει την αριστερά. Υπάρχει όμως κι ένα πολύ σημαντικο στοιχείο ακόμα: ένα πολύ μεγάλο ποσοστό πολιτών ψήφισαν υπό το καθεστώς του φόβου. Καθήκον της αριστεράς το επόμενο διάστημα είναι να καταπολεμήσει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που σχηματίζουν καθεστώς φόβου στην ελληνική κοινωνία. Τώρα πια, άλλωστε, είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο αγώνας έχει κριθεί.

rednotebook